να’χαμε να λέγαμε

Posted: Μαρτίου 15, 2011 in Uncategorized

Έχω κινήσει δέκα φορές να κάμω κανά σχόλιο για το χάλι μας το μαύρο κι όλα αυτά που διαβάζω και μαθαίνω κάθε μέρα,κι όλο και δε μου΄ρχεται κι όλο και στεγνώνει το μυαλό μου όταν πάω να σου πω, πώς βλέπω εγώ τα χαμπέρια από μακριά, φιλτραρισμένα από την ευκολία της απόστασης (και όχι της αποστασιοποίησης), που μου χαρίζει η χώρα του εντελβάις.

Δε μου΄ρχεται όμως. Κι ας θέλω.

Έβγαλα εισιτήρια σήμερα και σε 2 μήνες θα είμαι πάλι πίσω για λίγες μέρες. Μπορεί έτσι να ξεμπλοκάρει το μυαλό μου. Αρκεί να προλάβω τη χώρα “όρθια”.  <<Τι όρθια>>, θα μου πείς, <<μπέρδεψες τη χώρα με τη βούρτσα>>.  Όχι, φιλαράκο. Εγώ είμαι φαντασιόπληχτη. Φαντάζομαι την πατρίδα μου, σαν υπέργηρη γιαγιά, που τώρα τελευταία είναι κατάκοιτη και μένει ζωντανή στα μηχανήματα, με όλους εμάς απ’έξω ή να κλαίμε ή να τη βρίζουμε που πήγε και χτίκιασε με όλο το κλοτσομπατίνι που της ρίχναμε επί χρόνια ή να κοιτάμε να μοιράσουμε την κληρονομιά που ακόμα δε μας άφησε.

Αυτό σου λέω. Ελπίζω η γριούλα να ανανήψει και να σηκωθεί πάλι. Μην έρθω μόνο και μόνο για το στάρι. Δεν το σηκώνει κι ο οργανισμός μου το σπερνό, με κατάλαβες?

Στο επανιδείν…

πιανίστας σε μπουρδέλο

Posted: Ιανουαρίου 20, 2011 in Uncategorized

Σα ρηχός άθρωπος που είμαι, τα προβλήματά μου περιορίζονται σε πολύ άμεσο και προσωπικό επίπεδο, τύπου “δεν ενοχλώ κανέναν κι έχω την ίδια παράλογη απαίτηση από τους άλλους”. Με βασική προυπόθεση οι “άλλους” να μην είναι σαν το ξεσαμάρωτο γαιδούρι του πάνω ορόφου.

Το πρόβλημά μου, όπως θα έχεις ήδη καταλάβει, είναι το άθλιο σκουλήκι ο γείτονάς μου. Που μας έχει γράψει στα υπερεκτιμημένα του μπαλάκια κ έχει βάλει σκοπό της ζωής του να μας κάνει το νευρικό σύστημα κρόσι. Αν δε βαριέσαι κάμε καφέ να στα πω, μπας κ με βοηθήσεις να βρούμε μια λύση.

Πρωτοκαταλάβαμε τον αποπάνω λίγο αφού μετακομίσαμε και συνηθίσαμε τους ήχους του σπιτιού μας. Ξαφνικά, στην ηρεμία, ακούγαμε το ρυθμικό καλπασμό ενός ευτραφούς γαιδάρου ακριβώς πάνω από το ταβάνι μας. Μια, δυο, τρεις, χίλιες δεκατρείς, ακόμα και τότε όμως ήταν απίθανο να πιστέψουμε πως με όλη τη μόνωση (μόλις κλείνει το παράθυρο δεν ακούς ούτε σβιιιννν από τον παρακείμενο αυτοκινητόδρομο) καθώς και την ενδοδαπέδια θέρμανση,που όσο να πεις είναι επίσης αρκετά μονωτική, μπορούσε να προκαλεί τέτοιου μεγέθους και συχνότητας ηχορύπανση.

Μια βραδιά, με την κατάσταση στο απροχώρητο, ο Γιώργος ανέβηκε να του ζητήσει αν μπορεί να κάνει λίγο ησυχία. Ο τύπος αρνήθηκε ότι ακούγεται αυτός και μάλιστα παρέπεμψε τον άθρωπό μου στη δίπλα πολυκατοικία (!) γιατί όπως του είπε η Εβραία του 5ου ορόφου (εμείς είμαστε 3, αυτός 4) ήταν η υπεύθυνη για τη φασαρία! Δηλαδή μας είπε κ μαλάκες μες στα μούτρα μας. Τέλοσπάντων, τον δικαιολόγησα σαν αιφνιδιασμένο που βρίσκει την πιο άκυρη δικαιολογία προκειμένου να πει κάτι κ να ξεφορτωθεί τον ενοχλημένο του γείτονα.

Για λίγες μέρες το μαρτύριο του γκάπα γκούπα περιορίστηκε, αλλά όπως τα λοιπά τετράποδα, ο σαχλαμάρας έχει βραχύβια μνήμη κ άρχισε ξανά τα ίδια.

Ξανά ο Γιώργος επάνω, ξανά μια από τα ίδια, αλλά όντας ο δικός μου πονηρεμένος από την πρώτη φορά, επέμεινε, με αποτέλεσμα να του πουν πως αποκλείεται να χοροπηδούν αυτοί και να ακούγεται, διότι περπατούν στο σπίτι με τις κάλτσες! Να χέσω δικαιολογία. Με τα πολλά ο Γ. τον προ(σ)κάλεσε να  έρθει στο διαμέρισμά μας για ένα λαιβ τεστ, για να ακούσει επίσης ότι ακούμε.

Όπερ και εγένετο. Μετά από λίγες ώρες ο μαλακαντρέας αφίχθη σπίτι μας για το τεστ με αιφον στο χέρι κ τσόκαρο-σαμπό (ναι, ότι σου λέω τσόκαρο, το τσόκαρο) για να κάνουμε το πείραμα. Μα πόσο μαλάκας μπορεί να είσαι για να προσπαθήσεις να πείσεις τον άλλον ότι είσαι απόλυτα αθόρυβος, φορώντας τσόκαρο? Η κίνηση μαρτυρά η μαλάκα η σκατοχαρακτήρα που δε νοιάζεται έτσι κ αλλιώς κ θέλει να προκαλέσει. Αλλά αυτό το συνειδητοποιήσαμε απόλυτα αργότερα την ίδια μέρα.

Ήρθε λοιπόν, ο γερμανοτσολιάς σινάμενος κουνάμενος, κ λέει, ωραία, να πάρω τη συμβία μου τηλέφωνο να περπατήσει να ακούσουμε. Εμείς από την άλλη, μην έχοντάς του πια, ούτε ίχνος εμπιστοσύνης προτείναμε ένας μας να παέι επάνω κ να προσπαθήσει να παραστήσει τα “σάλτα του ελέφαντα” που ακούγαμε. Αυτός ανένδοτος. Φρικάρισε με την ιδέα κ μόνο να χωριστούμε τα ζευγάρια σε 2 και 2 χάριν αξιοπιστίας κ άρχισε να ωρύεται ότι δεν τον πιστεύουμε κ τον προσβάλλουμε αν νομίζουμε πως δε σέβεται τα γειτόνια του.

Ώρε κ μου γυρίζει το μάτι σβούρα που τονε βλέπω να χειρονομεί κ να κράζει μέσα στο ίδιο μου το σπίτι (προφανώς “φτιαγμένος” για να μας πάρει τον αέρα), ώρε κ ανοίγω το στόμα μου κι αρχίζω κι εγώ την τσιρίδα και να του λέω μαζέψου κ πρόσεχε πώς μιλάς στο σπίτι μου κ κόψε το ύφος κ την ειρωνεία, μισά αγγλικά, μισά ελληνικά, ο Γ. μου έκανε το μεταφραστή. Με είδε σα γατί τσουτσουρωμένο κ μαζεύτηκε κ έβαλε μπροστά το πείραμα με την έτσι του από πάνω κ να της δίνει οδηγίες μέσω αιφον. Αφού την άκουσε καθαρά την αλόγα, άρχισε νέο τροπάρι: “μπορεί να ακούστηκε λιγάκι τώρα, αλλά εμείς λείπουμε σχεδόν μόνιμα από το σπίτι, άρα ακούτε κ κάποιον άλλο από ακόμα πιο πάνω”. Παπάρια μάντολες δηλαδή. Να μην το κάνει σωστό με τίποτα. Όχι να πει ότι, αφού επιβεβαίωσε το σπαστικό θόρυβο, θα κάνουν ότι μπορούν από τη μεριά τους για να περπατούν λιγότερο σαν άλογα. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η αθλιοδεστάτη δήλωσή του (για να δεις ότι είμαι κι εγώ υπερβολικιά, αλλά είναι κι αυτός ελεεινός σκώληξ) : “πληρώνω τόσα φράγκα ενοίκιο για να κάνω ότι γουστάρω σπίτι μου, no matter what”. Εννοείται πως του απαντήσαμε πως κι εμείς πληρώνουμε άλλα τόσα για να είμαστε σπίτι μας ήρεμοι  κ ήσυχοι, μάλιστα αφού δεν προκαλούμε πρόβλημα και σε κανέναν άλλο.

Το επεισόδιο έληξε εκεί, χωρίς ανακωχή, χωρίς λύση, μόνο με νεύρα σπασμένα κ με μίσος άσβεστο να φωλιάζει στην άλλοτε τρυφερή μου καρδούλα. Αρχικά είπαμε να απευθυνθούμε στους ιδιοκτήτες, αλλά είναι κ κάπως μαλακιστιρέ, σα να είσαι σχολιαρόπαιδο κ πας στην κυρία, για να παραπονεθείς επειδή ο Γιαννάκης σου έσκισε το τετράδιο. Εννοείται πως εφαρμόζω τη μέθοδο σκουπόξυλο (χτυπάω το ταβάνι όποτε τον ακούω-κάθε μέρα σχεδόν) κ ταυτόχρονα φωνάζω στα ελληνικά “σταμάτα ρε μαλάκα μας χτίκιασες“, κι άλλα τέτοια νόστιμα. Σταματάει συνήθως, μετά ξεχνιέται κι αρχίζει πάλι το κοπάνημα.

Τι να κάνω? Είμαι σχεδόν απελπισμένη. Σκέφτομαι τα πιο τραγικά για δαύτον κ ευχαρίστως 8α του πέτγα κ μια σακούλα σκατά στα μούτρα, που λέει ο λόγος, τόσο ειρωνική κ γλοιώδης σκατόφατσα. Αν έχεις καμιά πρόταση που να μην προυποθέτει κ ποινή φυλάκισης (χρηματική δε με νοιάζει, πληρώνω για να απαλλαγώ από μαρτύριό μου) είναι παραπάνω από καλοδεχούμενη. Και να με συγχωράς για τη γλώσσα μου, είναι που τον ακούω καμιά ώρα τώρα να περιφέρεται κ με κατάντησε Τρούμπα.

Α, να μην ξεχάσω. Ο τίτλος οφείλεται στο γεγονός ότι ο γλυκός μου είναι καλλιτέχνης. Ναι, βέβαια, αυτή η ευαίσθητη και καλοσυνάτη ψυχούλα υποτίθεται ότι είναι πιανίστας σε ορχήστρα. Που το πολύ πολύ για πιανίστα σε μπουρδέλο τον κόβω. Τι “γιατί πιανίστα” κ “γιατί σε μπουρδέλο”? Αυτό δεν το ξέρεις?

σπάνιο δώρο

Posted: Ιανουαρίου 14, 2011 in Uncategorized

(διάβασα αυτό το ποίημα της Κικής Δημουλά κ μου φάνηκε σαν η συνέχεια του προηγούμενου ποστ μου,άρα πάρτο κ εσύ να πορεύεσαι,μπας και…)

Kαινούργιες θεωρίες.
Tα μωρά δεν πρέπει να τ’ αφήνετε να κλαίνε.
Aμέσως να τα παίρνετε αγκαλιά. Aλλιώς
υπόκειται σε πρόωρη ανάπτυξη
το αίσθημα εγκατάλειψης ενηλικιώνεται
αφύσικα το παιδικό τους τραύμα
βγάζει δόντια μαλλιά νύχια γαμψά μαχαίρια.
Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες
–ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια–
ισχύουν πάντα οι παμπάλαιες απόψεις.
Ποτέ αγκαλιά. Aφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα
μέχρι να τους κοπεί η ανάσα
δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους.
Aς κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά.
Γεμίστε μοναχά το μπιμπερό τους
με άγλυκην υπόσχεση –δεν κάνει να παχαίνουν
οι στερήσεις– πως θά ‘ρθει μία και καλή
να τους επικοιμήσει λιπόσαρκα
η αγκαλιά της μάνας τους.
Bάλτε κοντά τους το μηχάνημα εκείνο
που καταγράφει τους θορύβους του μωρού
ώστε ν’ ακούτε από μακριά
αν είναι ρυθμικά μοναχική η αναπνοή τους.
Ποτέ μη γελαστείτε να τους πάρετε αγκαλιά.
Tυλίγονται άγρια
γύρω απ’ τον σπάνιο λαιμό αυτού του δώρου,
θα σας πνίξουν.
Tίποτα. Όταν σας ζητάνε αγκαλιά
μολών λαβέ μωρό μου, μολών λαβέ να απαντάτε.

(Υ.Γ. η επικεφαλίδα του ποστ είναι και ο τίτλος του γραφτού)

Είναι φορές που χρειάζεσαι να κάνεις πράγματα κ δεν μπορείς,σε τρώει η απόσταση,  η ανασφάλεια, το γαμω-σαβουάρ βιβρ (ναι,ξέρω κι από δαύτο κι ας μη μου φαίνεται). Συνήθως όταν δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο για τους παραπάνω λόγους κ για μερικούς ακόμα, παίρνω μολύβι κ χαρτί κ μουτζαλιάζω, βγάνω σε λέξεις την οργή, τη στεναχώρια, την ανικανότητά μου εκείνη τη στιγμή να επέμβω.

Τώρα τελευταία όμως, κ εξαιτίας της ανατροφοδότησης ετούτου του μπλογκ, όλα τα γράφω εδώ μέσα (όλα…όχι κι όλα, όσα περισσεύουν από κείνα που’χω “γράψει” οριστικά κι αμετάκλητα κάπου αλλού-ναι,εκεί που δεν πιάνει μελάνι). Έλεγα, λοιπόν, πως είναι ανακουφιστικό κι ενθαρρυντικό να διαβάζεις στα σχόλια του κόσμου τόσο τη συναίνεση για το περιεχόμενο, όσο κ μια διαφορετική οπτική. Κυρίως είναι σα χάδι να βλέπεις πως, ειδικά τις κακοτοπιές σου, τις έχουνε περάσει κι άλλοι πριν από σένα κ ξέρουν ή να βλέπεις πως ακόμα ο κόσμος συγκινείται με τις ίδιες αξίες που κάπως έχουν ποτίσει το DNA μας.

Πολυλόγιο, μεν, δεν μπορούσα δε να το αποφύγω, εκφράζω από πάντα το συναίσθημά μου φωναχτά.

Όσο ήμουν στην Ελλάδα, συνήθιζα να πηγαίνω Σαββατοκύριακα στης γιαγιάς μου. Δεν ξέρω πώς είναι οι γιαγιάδες του υπόλοιπου κόσμου, εμένα η γιαγιούλα μου είναι χαδάκι-χαστουκάκι. Με αγαπάει κ με φροντίζει τρυφερά κ στοργικά, αλλά δεν μπορεί να παλέψει τη γλώσσα της που κόκκαλα τσακίζει.  Θα μου πεις “βγάλ΄τη σκούφια σου κ βάρα τη, αφού κ εσύ παλιόπραμα είσαι” κ δεν έχεις άδικο, μόνο που δεν παραπονιέμαι. Δε με νοιάζει που είναι αυστηρή ή επικριτική ή είρωνας, τόσα χρόνια μετά, ξέρω πως αυτό είναι το ξεχωριστό της στοιχείο. Η εξυπνάδα της εκφράζεται και μέσα από τα σχόλιά της κ αν παραβλέψεις τα στιγμιαία σοκ που σου δίνει με κάθε της ατάκα, δεν μπορείς παρά να λατρέψεις την ευστροφία των 80+ χρόνων της.

Γιατί στα λέω τούτα? Η γιαγιάκα μου μεγάλωσε. Βάρυνε, είναι άρρωστη και μόνη. Η γλώσσα της δεν τη βοηθάει πολύ στις διαπροσωπικές της σχέσεις, δεν είν’όλοι σαν εμένα που απλώς την απολαμβάνω. Παιδιά κι εγγόνια έχουν μια άμυνα απέναντί της. Μα η γιαγιά μου θέλει παρέα. Κι αγάπη. Και χάδια. Λέγεται “δερματική πείνα” να στερείσαι χάδια κι αγκαλιές κ δεν έχει πεινάσει πιότερο άθρωπος που δεν τρέφεται συναισθηματικά. Είμαι μακριά κ η έλλειψη είναι αμφίδρομη, μα εγώ είμαι νέα, η γιαγιά μου τελειώνει. Της τηλεφωνώ, μα κλαίει όταν με ακούει. Δεν ξέρω τι να κάνω για να την ανακουφίσω, τα λόγια είναι κρύα, πώς να την αγκαλιάσει η κουβέντα? Ανίκανη να πράξω, να πάω να την δω, χτυπάω το πληκτρολόγιο κ βγάνω λίγο από το βάρος μου σε παραγράφους. Ελπίζω μονάχα, να βρω τον τρόπο κάπως να την ανακουφίσω, όπως έκανε εκείνη σε μένα τα τελευταία 27 χρόνια.

Υ.Γ.1 Ο τίτλος είναι μια από τις αγαπημένες της παροιμίες. Δε φαντάζεσαι πόσες ξέρει, την είχε σκίσει τη Μενεγάκη τότε που έπαιζε το αντίστοιχο παιχνίδι, όλες τις έβρισκε, η γάτα!

Υ.Γ. 2 Για σένα που μπορεί να’χεις κάπως σιχαθεί τις οικογενειακές αναφορές, τι να κάνω, χρυσό μου αναγνωστάκι? Αυτή είμαι, από κει έρχομαι, καλό το κράξιμο για τα δημόσια κ τις υπηρεσίες, αλλά η ζωή (η δική μου τουλάχιστον) έχει κι ανθρώπους, που δεν παραβλέπονται. Και ευτυχώς.

έτσι απλά, με θλίψη

Posted: Δεκεμβρίου 29, 2010 in Uncategorized

Αφορμές πολλές απόψε. Μια εκείνος ο καψερός με τη μήνυση για τα “λαμόγια” που ξεστόμισε, μια η είδηση για τα σχολεία στην πατρίδα που τα στέλνουν στο διάολο. Ζήσαμε καλύτερα χρόνια, γαμωτημπουταναμου. Γιατί μπορούσαμε να μυρίζουμε τα φρέσκα μας βιβλία και μετά μπορούσαμε επίσης να τα “σφραγίσουμε” για δικά μας με τις μουτζούρες και τα στιχάκια στο οπισθόφυλλο. Γιατί για να αλλάξω τσάντα, γκρίνιαζα της μάνας μου ότι με βαραίνουν “οι γκουμούτσες που κουβαλάω για το εφτάωρο”. Γιατί οι γονιοί μου ήλπιζαν ακόμα πως άμα μάθω γράμματα θα γίνω άθρωπος σωστός και χρήσιμος στην κοινωνία. Γιατί δε φοβόμασταν, δεν τρέμαμε κάθε μέρα που περνούσε για το πώς θα’ναι η επόμενη κι αν θα’χουμε ακόμα νόμισμα, εθνική κυριαρχία, χώρα ή θα καταντήσουμε Κουρδιστάν.

Λυπήθηκα απόψε. Ούτε νεύρα, ούτε οργή ούτε ξεσπάσματα. Λύπη μονάχα, οδυνηρή, που σε παραλύει, ανήμπορο να αντιδράσεις.

Γιατί, κυρία υπουργέ παιδείας, τους πήρατε τα βιβλία τους? Τους πήρατε τις ελπίδες τους, αφήστε τους λίγο χαρτί να μουτζαλιάζουν τα όνειρά τους…

Είμαι εκνευρισμένη κ θα τα πω γρήγορα. Εμείς βγάζουμε χρήματα εδώ κ προσπαθούμε να καταναλώνουμε με τρόπο που να βοηθάει κ τις ελληνικές επιχειρήσεις. Δηλαδή αντί να παραγγείλω βιβλία από το Amazon (που θα μου’βγαίναν κ φτηνότερα), τα έστειλα στην Πρωτοπορία (που χρειάστηκε κ 3-4 calls abroad για να ρολάρει,αλλά δε βαριέσαι). Είπα λοιπόν να πάρω μερικά επιτραπέζια κ αποφάσισα να τα παραγγείλω από το E-shop.gr. Αμ δε…Με ενημέρωσαν πουρνό πουρνό με ηλε-μήνυμα (αυτό ήταν μαχαιριά για το Γιώργο,αν στα νεύρα δεν ξεσπάσεις στον άνθρωπό σου,πού θα ξεσπάσεις?) ότι θέλουν να στείλω με φαξ φωτοτυπία ταυτότητας κ κάρτας μπρος πίσω για να προχωρήσουν την παραγγελία!! Αν είναι δυνατόν! Θα στείλω τα προσωπικά μου στοιχεία,έτσι? Παίρνω τηλέφωνο,περιμένω κανά τέταρτο στην αναμονή, μιλάω με μια κοπελίτσα κ τη ρωτάω γιατί χρειάζεται αυτή η διαδικασία, αφού το ίδιο το on-line σύστημα πληρωμής περιέχει αρκετά στοιχεία διασφάλισης πως δεν είσαι άλλος από τον κάτοχο της κάρτας. ‘Όχι, μου λέει, έτσι απαιτεί το τραπεζικό σύστημα. Μα, μαντάμ, της λέω, πριν δέκα μέρες παρήγγειλα 300 ευρώ βιβλία από την Πρωτοπορία κ δε μου ζητήθηκε κάτι τέτοιο κ επίσης τη χρησιμοποιώ κάθε μέρα σε αγορές κ πληρωμές κ εδώ (Ζυρίχη) κ on-line κ πάλι δε χρειάστηκε ποτέ να δώσω όλα μου τα στοιχεία. Κοιτάξτε, μου λέει η μικρά με ύφος, κάθε εταιρεία έχει δική της πολιτική, δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, εμείς έτσι δουλεύουμε.

Ε, λοιπόν αφού έτσι δουλεύετε, ακύρωσε την παραγγελία να τα πάρω από αλλού!

Ρεεεεεεεεεεε, συνέλθετε!!!!!! Δε σας παίρνει κ πολύ για υφάκια κ μυστήριες διαδικασίες που δεν ωφελούν κανέναν. Αν δεν διευκολύνετε τον κόσμο, σας στέλνει κ στο διάολο, καλή ώρα.

Τα επιτραπέζια θα τα παραγγείλω από την ίδια την κατασκευάστρια εταιρεία. Επίσης, για να μη σου μένει αμφιβολία, η κάρτα δεν ήταν τίποτα ξένη, της Eurobank, εκείνη η περιβόητη. Μετά σου λένε πως φταίει ο φονιάς… Μου μαγάρισαν το Χρίστμας σπίριτ μου… Ουστ!

Σήμερα θα σου πω μια ιστορία. Αν περιμένεις να διαβάσεις για ευχάριστα θεματάκια,μέσα στο πνεύμα των γιορτών, κλείσε αυτή τη σελίδα πάραυτα. Θα σου μιλήσω για φαντασιακές καταστάσεις του παραλόγου που ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Ή μπορεί κ όχι.

Once upon a time ήντουνα μια χώρα. Ηλιόλουστη κ πράσινη,με νερά να τη βρέχουνε απ’άκρη σ’άκρη. Οι κάτοικοί της ήταν χαρούμενοι κ γελαστοί κ “περαβρέχει” κ την περνούσανε ζωή κ κότα. Όχι η Κούβα. Ας την πούμε απλά Ε. Κάποια στιγμή στην Ε άρχισαν να συμβαίνουν ακατανόητα πράματα. Ο ήλιος θάμπωσε από τη βρώμα κ το καυσαέριο, το πράσινο εξαφανίστηκε σταδιακά κάτω από τόνους μπετόν κ οι γελαστοί ημιάγριοι, έπαψαν να έχουν λόγους για να χαμογελούν κ άρχισαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλον για αυτό.  Άρχισε η πείνα,η φτώχεια,η δυστυχία. Άνθρωποι δυνατοί κ ακμαίοι μαράζωσαν κ σκοτείνιασαν, διότι δεν υπήρχε πλέον δυνατότητα να προσφέρουν,σε κανέναν,τίποτα,ούτε καν στον ίδιο τους τον εαυτό. Άρχισαν λοιπόν διστακτικά στην αρχή,να σκέφτονται να εγκαταλείψουν την πρώην όμορφή τους χώρα για άλλους τόπους,που θα μπορούσαν έστω να τους θρέψουν. Και η ιστορία αρχίζει εδώ.

Ένας απ’αυτούς, αρχιτέκτονας στο επάγγελμα, αφού τα ζύγιασε από δω,τα έφερε από κει,αποφάσισε να πάρει των οματιών του κ να φύγει για άλλες πολιτείες, όπου θα γινόταν κ πάλι παραγωγικός,κ πάλι δημιουργικός. Περιπλανήθηκε αρκετά κ κάποτε έφτασε σε μια χώρα,ας την πούμε Σ, όπου,μετά από πολλά τεστ κ δύσκολες δοκιμασίες, κατάφερε να προσληφθεί από τον κορυφαίο μεγαλοεργολάβο της περιοχής κ έπιασε πάλι να χαμογελά κ να κάνει όνειρα.

Μια ωραία πρωία,το αφεντικό του,του είπε “ρε λεβέντη,μιας κ οι δουλειές πάνε πρίμα κ ξανοιγόμαστε,μπας κ ξέρεις κανά καλόπαιδο σαν κ του λόγου σου να του πεις να’ρθει κατά δω να κάνουμε κι εμείς δουλειά μας,να χορτάσει κ αυτός ψωμί”? Ο ήρωάς μας,δε χρειάστηκε να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Είχε φίλους πολλούς, πίσω στον τόπο του, που κάνανε την ίδια δουλειά με αυτόν κ αποφάσισε αστραπιαία να τους προτείνει την ευκαιρία. Γνωρίζοντας πόσο δύσκολα ζούσε ο λαός του στην Ε ήταν σχεδόν σίγουρος πως η πρόταση θα έπιανε τόπο κ θα γλίτωνε κ άλλος κόσμος,όπως γλίτωσε αυτός κ τούτο πράμα από μόνο του τον γέμιζε χαρά κ αισιοδοξία.

Ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο απευθύνθηκε ήταν ένας λαμπρός συνάδελφος,ο οποίος κ καταχάρηκε με την ευκαιρία που του δινόταν. Ενώ λοιπόν ο ήρωάς μας ανακοίνωνε στο αφεντικό του ότι είχε ήδη βρει έναν θετικό για να’ρθει,ο φίλος του ανακοίνωσε πως μετάνιωσε τελικά,τον ευχαριστούσε θερμά για την πρόσκληση,μα θα έμενε πίσω για να παντρέψει τις 7 ανύπαντρες γεροντοκόρες αδερφές του.

Ο ξενιτεμένος μας απογοητεύθηκε κάπως,αλλά σεβάστηκε την απόφαση του φίλου του,προσπαθώντας να κατανοήσει το ηθικό “καθήκον” που αυτός είχε επικαλεστεί. Βρήκε δεύτερο συνάδελφο κ έκανε την ίδια πρόταση. Κ αυτός,όπως ήταν έξυπνος άνθρωπος,αμέσως δέχτηκε με χαρά τη φοβερή ευκαιρία κ ζήτησε από τον ήρωά μας να μεσολαβήσει για να φύγει μια ώρα αρχύτερα για τη γη της επαγγελίας. Και ενώ είναι όλα έτοιμα,ο φίλος αποφασίζει πως δεν θα έρθει. Δούλευε ήδη σε 3 διαφορετικές δουλειές στην Ε για να μπορεί να βγάλει τα προς το ζην κ είπε πως θα ήταν ατιμία από τη μεριά του να αφήσει τους εργοδότες του χωρίς την πολύτιμη παρουσία του.

Ο ξενιτεμένος έμεινε άφωνος κ μουδιασμένος. Αυτή τη φορά αδυνατούσε να καταλάβει ποιο ήταν το “ηθικό καθήκον” που προέβαλλε ο φίλος του. Οι ίδιοι αυτοί εργοδότες που δεν ήθελε να εγκαταλείψει ο συνάδελφός του ήταν αυτοί που δεν τον πλήρωναν αρκετά για τη δουλειά του,ήταν οι ίδιοι που με τις τακτικές τους αυτές κ με την χαώδη οικοδόμηση είχαν μετατρέψει τη χώρα του σε απελπισία. Πικραμένος κ πάλι,σα να ξαναζούσε τις δύσκολες ώρες που πέρασε στην πατρίδα τόσο πια μακριά, αποφάσισε να κάνει δραστική κίνηση. Δε θα απευθυνόταν ατομικά σε κάποιον,όχι,θα χτυπούσε στην καρδιά του θέματος, πού αλλού? Στο σχολείο.

Στην Ε φοίτησε σε ένα σχολείο όπου ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του μάθαινε τα απαραίτητα για να τις καλλιεργήσει,  κ να γίνει επαγγελματίας σε αυτό που ήταν έτσι κι αλλιώς το δυνατό του σημείο. Σ’ αυτόν, μιας κ πάντα ήταν καλός στο να χτίζει πυργάκια στην άμμο, οι δάσκαλοί του αποφάσισαν να του δώσουν χαρτιά κ μολύβια κ μέτρα για να γίνει αρχιτέκτονας. Θυμήθηκε το διευθυντή του, έναν άνθρωπο φωτισμένο που πάντοτε τους μιλούσε για πρόοδο κ εξέλιξη κ σ’αυτόν ακριβώς τον άνθρωπο απευθύνθηκε για να είναι εκείνος που θα εξέθετε σε κάποιους από τους χιλιάδες αποφοίτους του σχολείου την πρόταση από τη μακρινή Σ.

Ο φίλος μας ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δε θα περίμενε αυτό που άκουσε. Ο διευθυντής του σχολείου, αφού τον ευχαρίστησε θερμά, αρνήθηκε με ευγένεια να προωθήσει την ιδέα μεταξύ των αποφοίτων του λέγοντας “καλέ μου φίλε, γνωρίζεις πως η κατάσταση στην Ε είναι δύσκολη,αν διώξω κάποιον από τους επαγγελματίες μου θα είναι σα να μειώνω τις πιθανότητες επαναφοράς της στην προηγούμενη κατάσταση.Λυπάμαι,μα όχι”.

Τρίτη κ φαρμακερή. Κανείς δε θα έβγαινε από τη χώρα με τις ευχές του διευθυντή, γιατί ίσως, μπορεί, πιθανότατα, κάποια μέρα, σε χ χρόνια από τώρα, κάποιος από αυτούς τους χιλιάδες σημερινούς ανέργους να φαινόταν σε κάτι χρήσιμος για την ανοικοδόμηση της χώρας. Μέχρι τότε, θα σάπιζαν άεργοι ή σε κάποια δουλειά άσχετη με το αντικείμενό τους, κακοπληρωταία, θα συνέχιζαν να τροφοδοτούν τη διαφθορά κ την αναξιοκρατία με τον κόπο κ τον ιδρώτα τους κ την ανοχή τους και αυτά.

Ο ήρωάς μας επέστρεψε σπίτι του τη νύχτα αποκαρδιωμένος. Δεν μπορούσε να συλλάβει τη μαζική απόρριψη που ερχόταν από τον τόπο του. Πήρε τον εαυτό του για βλάκα που δεν έβλεπε τη λογική κρυμμένη πίσω από τις απαντήσεις που δέχτηκε.

Εσύ τώρα θα περιμένεις τον ήρωα να βγάλει τις παντούφλες του,να πάρει αγκαλιά την καλή του κ να βυθιστεί στο μακάριο ύπνο της ευτυχίας, μιας κ τα παραμύθια πρέπει να κλείνουν με “ζήσαν αυτοί καλά κ μεις καλύτερα” κ βασικά τι καλύτερο από το να κοιμάσαι χωρίς σκοτούρες ή τύψεις ή προβληματισμό για το αύριο ή με προοπτική?  Όχι,δεν τελειώνει έτσι η ιστορία. Γιατί ακόμα δεν έχει τελειώσει γενικώς.

Και μην ξεχνάς πως “τα παραμύθια δεν είν’αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα”.

To be continued

Χρίστμας!

Posted: Δεκεμβρίου 13, 2010 in Uncategorized

Με Χριστουγεννιάτικη διάθεση ή όπως αλλιώς ερμηνεύεται αυτή η μανία για χουχούλιασμα, φωτάκια, κεράκια κ σπίτι θάλαμο αερίων από τα γλυκά κ τα μπεικιμπαουντερ που αναδύει ολημερίς κ ολονυχτίς ο φούρνος. Και να με τσακώνω να μουρμουράω σε άσχετο χρόνο “γιου μπετα γουοτς άουτ,γιου μπετα να κραι…..σαντακλαους ιζ καμιν του ταουν”!!! Αν δεν είναι κριστμας σπίριτ δεν ξέρω κ εγώ τι είναι.

Αυτά τα συνήθεια δεν τα είχα από πρώτα. Η μάνα μου δηλαδή στόλιζε δέντρα κ σπίτια κ μπαλκόνια κ αυλές, αλλά εγώ ήμουνα λιγάκι emo κ μ’έπιανε ψυχοπλάκωμα κ στην αλλαγή χρόνου φορούσα όλο κάτι ξεσκιμμένα τζιν για να γκινιάρω την “εορταστική” τους ατιμόσφαιρα.

Φέτος όμως με έπιασε μια πρεμούρα για γιορτάσι με το που είδα το πρώτο χιόνι, που δεν ήταν απλή χιονόπτωση, ξύπνησα ένα πρωί κ όλα ήταν άσπρα. Εμ έτσι να το καταλάβω. Να μπω κ στο σπίριτ να κάνω κ τα σέα κ τα μέα μου κ ας μη γιορτάζω τη γέννηση κανενός θείου βρέφους, εκμεταλλεύομαι πάντως απόλυτα την ευκαιρία για φραμπαλά.

Να σου πω κ το καλό: μπορεί φέτος πιτσιρίκια να μη μου χτυπήσουν παραμονές για να μου ευχηθούν “πέτρα να μη ραγίσει”, αλλά κάναμε συμφωνία να “τα πούμε” εναλλάξ για το χαβαλέ της ημέρας. Επίσης θα φτιάσω βασιλόπιτα με φλουρί που θα πέσει στην οικοδέσποινα “όλως τυχαίως” και ΘΑ ΡΘΕΙ ΚΑΙ ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΗΣ!!! It’s Christmas, motherfuckers! Get into the spirit!

Υ.Γ. Η “νοικοκυρά” φιλεύει μελομακάρονα στα κάλαντα, έτσι? Δε θέλω μαλακίες με μπουναμάδες τώρα που τα’χω όλα οργανωμένα!

Σκατοζωή. Not!

Posted: Οκτωβρίου 6, 2010 in Uncategorized

Στο πάρκο, κάτω ακριβώς από το σπίτι, για να μπορώ να καπνίσω κιόλας κ να με βαράει λίγο κ ο ήλιος, γιατί τα ξενάκια δουλεύουμε που κυνηγάνε να λιαστούν, αλλά εμείς είμαστε μοσχαροτραφείς (ο ύπνος θρέφει τα μωρά κ ο ήλιος τα μοσχάρια).

Το σπίτι είναι ντεκαπνέ, όπως κ σχεδόν η χώρα όλη, στα κλειστά της μέρη.

ΑΛΛΑ…. δεν είναι τσιγαρο-φοβικοί κ οι καπνιστές τίποτα δεδιωγμένοι κ μυαροί τύποι, έχουν παρκάκια κ τασάκια στο δρόμο κ μαγαζιά με υποδομές, δεν το κάναν Σπιναλόγκα το χωριό τους, όπως βλέπω να λυσσάνε αυτές τις μέρες στην Ελλάδα. Και πιστέψτε με, οι φουμαρίζοντες δεν είμαστε καθόλου μειοψηφία και εδώ.

Αυτά τα ολίγα με αφορμή τα όσα διαβάζω στο twitter αυτές τις μέρες για το τσιγάρο.

Να σε πω μερικά πράγματα που παρατηρώ τις μέρες που γυρίζω την πόλη αργόσχολα, αλλά κ που ανακατεύτηκα με υπηρεσίες κ λοιπές αναπόφευκτες διαδικασίες.

ΛΕΦΤΑ.

Είναι πολλά, φίλε ‘Αρη. Και οι μισθοί κ τα έξοδα. Για να φάνε έξω 2 ανθρώποι θέλουν στην καλύτερη 80 με 85 φράγκα, που χοντρικά μεταφράζονται σε περίπου 60 ευρώ. Και μιλάμε για οικονομικά, έτσι, τα τσιμπημένα ξεπερνάνε τα 120 φράγκα. Η τυρόπιτα έχει 7 φράγκα, 5 ευρώ δικά μας, κ δεν έχει κ φέτα. Τυρόπιτα-ανάθεμα. Τα ενοίκια είναι επίσης δηλητηριώδη. Στα 2500 φράγκα ένα τριάρι, ας πούμε, ανευ μπαλκονιού, με χαμηλά ταβάνια. Δεν είναι λεπτομέρεια το χαμηλοτάβανο όταν είσαι 1.80, είναι “μη μου τον χώνετε βαθειά τον άντρα μου στο μνήμα” φάση. Η τιμή του σπιτιού περιλαμβάνει φως, νερό, γκάζι, πετρέλαιο, ό,τι παρελκόμενο δηλαδή μπορείς να φανταστείς σε ένα σπίτι, σε απόλυτη σούμα. Με ένα μαγικό τρόπο έχουν καταφέρει να τα υπολογίσουν εξαρχής έτσι όταν σου λένε το ενοίκιο ξέρεις πως θα δώσεις τόσα κ τέλος. Το σπίτι παύει πλέον να σε απασχολεί σαν έξοδο. Οι μιστοί. Ο βασικός είναι στα 4000 φράγκα επί δεκατρίω. Για τον εντελώς, απόλυτα , ανειδίκευτο εργάτη. Δεν ξενιτευτήκαμε για το βασικό, αλλά βάλτα κάτω μόνος σου κ κάνε τις αναλογίες. Η κ όχι, αν έχεις πρόβλημα με αρρυθμίες.

ΤΑ ΦΤΗΝΑ.

Το σούπερ μάρκετ κ τα τηλέφωνα. Στο σούπερ οι τιμές είναι ή ίδιες με τις ελληνικές ονομαστικά, δηλαδή κάτι που έχει στην Ελλάδα 2,50 ευρώ έχει εδώ 2,50 φράγκα, άρα είναι κατά πολύ φτηνότερο.Δεν το ξέχασα το διαζευκτικό. Ή είναι ακριβότερα σε φράγκα, αλλά αναλογικά ίδια σε ευρώ. Άρα είναι για πολύ ψώνισμα το χωριό. Τα τηλέφωνα τώρα. Φτηνά. Τι εννοώ? Με περίπου 100 φράγκα έχεις απεριόριστη ομιλία παντού, ΠΑΝΤΟΥ όμως (Ελβετία, Ελλάδα, Ευρώπη ολούθε και states) σε σταθερά κ κινητά ΚΑΙ 90 μηνύματα ΚΑΙ 1GB ιντερνιτ. Σου έφυγε το κλαπέτο? Εμένα να δεις, που αν ερχόταν κανάς χριστιανός στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας που δούλευα στην Ελλάδα (ονόματα δε λέμε, οικογένειες δε θίγουμε) κ ζήταγε να μιλάει με εξωτερικά του πουλάγαμε μισή ώρα κάθε μήνα για 10 ευρώ! Δηλαδή η μέρα με τα μαύρα μεσάνυχτα.

ΤΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ.

Πρέπει μόλις έρθεις να πας να δηλώσεις στο γραφείο εργασίας, ποιος είσαι κ που μένεις. Πέσαμε σε ρατσίστρια υπάλληλο (η εξαίρεση της εξαίρεσης εδώ) η οποία χαζογελώντας μας την έχωνε, ότι τι θέλαμε κ ήρθαμε κ αν έχουμε ενημέρωση αν θα έρθουν κ άλλοι Έλληνες να της μολύνουν το περιβάλλον, λες κ είμασταν το γραφείο διασύνδεσης για τους wannabe μετανάστες της Ελλάδας. Η δουλειά έγινε παρόλ’αυτά , αλλά να σου δώσω ένα tip: αν έχεις σκοπό να ξενιτευτείς με κανά γκομενάκι κ βαριέσαι το παραλόημα των υπαλλήλων για το πώς μένετε μαζί κ τα γιατί κ μέχρι πότε, κάνε έναν πολιτικό τσακ-μπαμ πριν φύγεις, να γλιτώσεις γραφειοκρατία κ χαζές ερωτήσεις κ για να απολαύσεις τα plus benefits του κράτους για όσους είναι διπλοί (αντιμετωπίζονται ευνοικότερα, ως φαμελιά). Τράπεζα. Για να πέσει το μπαγιώκο τέλος του μηνού χρειάζεται απαραιτήτως λογαριασμός σε ελβετική τράπεζα. Είναι ακόμα ένας τρόπος να αποδείξεις νομιμότητα κ μονιμότητα παραμονής, αφού χωρίς contract, διεύθυνση σπιτιού που νοικιάζεις κ κάρτα εργασίας, δεν. Μας δέχτηκαν με ραντεβού σε ειδικό πριβέ δωματιάκι, πώς βλέπεις σε κάτι ταινίες που φέρνουν στο Τζέιμις Μποντ το συρταράκι της θυρίδας για να πάρει τα όπλα κ τα διαβατήρια? Ε αυτό περίπου. Σκοτωθήκαν να μας εξυπηρετήσουν. Τι καφέδες, τι σοκολάτες, τι νερά. Εξυπηρετικότατοι. Τα επιτόκια χαμηλά, αλλά οι Ελβετοί δε σου πουλάνε επιτόκιο. Σου πουλάνε ασφάλεια. Και μάλλον την αγοράζεις φτηνά, αν σκεφτείς τα ενδεχόμενα που μπορούν να παίξουν κάθε μέρα που περνάει σε ελληνική τράπεζα.

ΤΑ ΑΚΥΡΑ.

Θα φρίξεις. Η τύπισσα από το relocation company που μας βοηθάει (θεωρητικά, Έλληνες είμαστε, αν δεν μπορούμε να βγάλουμε μόνοι μας άκρη με τη γραφειοκρατία, που τόσα χρόνια μας ήπιε το αίμα, τι σκατά κάνουμε?) έχει παντρευτεί Κρητικό κ τη μιλάει τη γλώσσα καλύτερα κ από μας. Κουφό? Μπαίνουμε σε ταξί. Λέμε τη διεύθυνση σε αγγλικά κ αρχίζουμε μεταξύ μας την πάρλα. Πετάγεται ο ταρίφας “Σας καταλαβαίνω, αν δε θέλετε να πείτε κάτι προσωπικό, το νου σας“. Μαλάκες!!! Σέρβος, που είχε κάνει θητεία στην Ελλάδα κανά 4 χρόνια! Τρίτη αποχειλωμένη κ φαντάσου ότι μετράμε στην πόλη μόλις 5 μέρες. Στον κεντρικό σταθμό των τρένων, καθόμαστε σε παγκάκι για τσιγάρο, δίπλα μου μαυριδερούλης, καλοντυμένος, σένιος νεαρός, μας ακούει, μας κοιτάει περίεργα κ με ρωτάει “Ελλάντα?”. Φρίξε!! Από το Αφγανιστάν (!!!) έκανε θητεία 2 χρόνων στην Κεφαλλονιά! Μας μίλησε σε απόλυτα καταλειπτά ελληνικά, μας σύστησε τον Ιρανό φίλο του που είχε περάσει από το Χαιδάρι κ πάλι ήξερε τη γλώσσα κ μας αποχαιρέτησαν με θερμότατη χειραψία, ωσάν να είμαστε συμπατριώτες. Φίλε, η γλώσσα ενώνει, κακά τα ψέματα. Αλλά Αφγανό? Κ μετά μου λες για δε σου γράφω….

ΤΑ ΡΕΣΤΑ.

Δε χορταίνουμε βόλτα κ περπάτημα. Πεζοδρομιάρες, διαβάσεις αμέτρητες, τα αυτοκίνητα σταματάνε υποχρεωτικά ΚΑΙ στο πράσινο για να περάσει ο πεζός ή το ποδήλατο. Άπειρα ποδήλατα. Και άπειρα σκυλιά. Οχι αδέσποτα. Με αφεντικά. Καθόλου σκυλοκούραδο. Στους κάδους στους δρόμους, τα πάρκα κ τις πλατείες υπάρχουν σακουλάκια για να μαζέψεις τις σκατιές του κόπρου σου. Μέχρι κ αυτό! Είναι γαμάτα να είσαι έστω κ σκύλος στη Ζυρίχη.

Ο κόσμος κοιμάται νωρίς, κατά τις 12 σπάνε όλα, το δίκτυο συγκοινωνιών, απλά είναι αδύνατον να το περιγράψω, φαντάσου το ιδανικότερο σενάριο. Είναι μακράν καλύτερο.

Πάμπολλα νέα ζευγάρια με καροτσάκια ή κουτσούβελλα από το χέρι. Πολλά. Νέα. Μέσος όρος 25 χρόνια.

Ο καφές δεν πίνεται, εκτός κ γουστάρεις γάλα καυτό με ολίγη από καφέ. Το πλύμμα που σου σέρβιρε σχεδόν αναγκαστικά η μάνα σου στο δημοτικό. Εγώ έχω τραυματική εμπειρία κ έτσι αποδείχτηκε σωτήρια η εσπρεσιέρα στο προσωρινό μας διαμέρισμα.

Τυριά κ ψωμιά άπειρα. 18 τρισεκατομμύρια είδη κ από τα 2. Και έχοντας δοκιμάσει ένα σωρό ήδη, δεν βρήκαμε ακόμα κάτι όχι νόστιμο.

Ρούχα κ παπούτσια λύσσα. Τρελές τιμές κ άγνωστες (σε μας τουλάχιστον) φίρμες.Αν είναι να ξενιτευτεις ντύσου κ ποδέσου στη χώρα σου. Κι ο Ζάρας ακόμα είναι απλησίαστος εδώ.

Θα σε βαστώ ενήμερο. Πρέπει να επιστρέψω για να το στείλω, ασύρματο κλεψιμέικο ή τζάμπα δεν παίζει. Θέλει κάρτες, σαν τα φορθνετ σποτς σε μας, αλλά ακόμα δεν το’χω ψάξει.

Υ.Γ. Μακρυγόρησα κ πάλε, αλλά το είχα τάξει στο Σοφοκλή να κάνω μια βαρβάτη ενημέρωση από ό,τι είδα κ άκουσα μέχρι τώρα. Ελπίζω να βοήθησα ολσπούκι-τέτοιε , φίλε μου.

Α! Ξέχασα! Το άχρηστο. Στην τηλεόραση παίζουν καμιά 80αριά κανάλια. Γερμανικά τα περισσότερα, αρκετά γαλλικά κ λίγα ιταλικά κ ισπανικά. Το απίστευτο είναι ότι όλα παίζουν ο,τιδήποτε αλλόγλωσο, με μεταγλώττιση. Κάτσε να δεις Τα φιλαράκια με το Ρος να τα λέει σε γερμανικά, τη Νταντά Φραν σε γαλλικά (μαλάκα, τη νταντά την έβλεπες, μόνο για τη φωνή της με τα κρεατάκια) κ soyth park σε ισπανικά.!! Εντελώς ιεροσυλία or what?

fare well

Posted: Σεπτεμβρίου 28, 2010 in Uncategorized

Να στο πάω μαλακά. Είναι διπλή η είδηση. Θέλω να σταθώ στη μουδιαστική λεπτομέρεια της αντιμεταθετικής ιδιότητας του πράγματος. Δεν είμαι πιωμένη. Θα στα λιανίσω.

Το σπίτι που θα εγκαταλείψω σε λιγότερο από 2 μέρες κ που έζησα για ένα χρόνο είναι απέναντι από εκκλησία. Και νεκροταφείο. Που θα πει πως έχω πάντα εικόνα αν χάνεται κανένας συμπολίτης.

“Διαβάσανε” 2 παιδιά σήμερα. 17 χρονών έκαστο. Το ένα γερό, το άλλο άρρωστο. Το ένα το “έκοψε” το χτικιό, το άλλο “σάλταρε” με μια θηλιά στο λαιμό, για αδιευκρίνιστους λόγους.

Και λέω, ρε μαλάκα, 2 πλήθη στο νεκροταφείο, σε διαφορετική ώρα με απόκλιση μεταξύ τους, για να μη συμπέσει ο θρήνος και πνίξει όλο το νησί*, βρέθηκαν να κλάινε τον άρρωστο που λαχτάραγε να ζήσει και το γερό που σιχάθηκε ν’ανασαίνει τον αέρα μας.

Στα γράφω, γιατί αν κάτι μπορεί να με συγκλονίσει πιότερο από την ίδια τη ζωή που παύει να μυρίζει, είναι κάτι τέτοιες συγκυρίες, που είναι ικανές να με κάνουν κιμά ψιλοκομμένο.Αν δεν το πιάνεις έτσι όπως στο λέω, ελπίζω κ να μην το καταλάβεις ποτέ, κάνει ωραία λιακάδα στον πλανήτη σου, μην προβληματιστείς, θα συννεφιάσει.

*Πελοπόννησος= στο λέει η ίδια η λέξη, το νησί του Πέλοπα, τι διάολο, σχολείο δεν πήγες?